Κάπου πήρε τ’ αυτί μου που έλεγε ο Κάστρο πως οι επαναστάτες είναι άνθρωποι θερμοί…
Και μέσα στην απόλυτη αθλιότητα της ζωής μου, όπου μου συμβαίνουν πράγματα ανείπωτα κι απίστευτα, αναρωτήθηκα, πόσο ψυχρός πρέπει να μπορεί να γίνει αυτός ο θερμός άνθρωπος που οραματίζεται το μέλλον, γιά ν’ αντέξει το κυνήγι που του κάνουν οι άλλοι που οραματίζονται μόνο το συμφέρον τους?
Πάγος! Πάγος πρέπει να μπορεί να γίνει γιά ν’ αντέχει…
Πόσο χιούμορ πρέπει να έχει γιά να μπορεί που και που να χαμογελά? Απύθμενο!
Πόσο κουράγιο? Αστείρευτο!
Πόση δύναμη? Απεριόριστη!
Πόσες πηγές? Πετρελαίου ει δυνατόν… Κι όχι ψείρες, καλή ώρα…
Πώς μπορείς ν’ αψηφάς τον θάνατο, το ψέμμα, τον εφιάλτη της κάθε νέας μέρας, την αηδία της αποφοράς της ανθρώπινης σάπιας ψυχής που σ’ αγγίζει, να ξέρεις πως σ’ έχουν ήδη “προγράψει”, πως σ’ έχουν ήδη ξεγράψει, να ξέρεις πως όπου και να πας, πηγαίνεις με “συνοδεία”, να τα έχεις ακούσει με τ’ αυτιά σου όλα αυτά, να έχεις ακούσει ακόμη και τις συναλλαγές, να έχεις ακούσει τον πανικό “γιά το που πήγε πάλι η “πουτάνα” και την χάσαμε’, το ψάξιμο με τα κυάλια, το κυνήγι με την μοτοσυκλέτα μέσα στα χωράφια κι εσύ να είσαι δυό μέτρα μόλις πίσω και ν’ ακούς, να βλέπεις και να συνεχίζεις… Να συνεχίζεις… Να συνεχίζεις…
Τους είδα, τους άκουσα, να με ψάχνουν, να φωνάζουν, να ειδοποιούν, να τηλεφωνούν, να με κυνηγούν…
Κι αυτά που γράφω είναι ένα ελάχιστο μπροστά σ’ αυτά που ζω… Και πάντα οι υποψίες μου, πάντα, καταλήγουν με κάποιο τρόπο να επιβεβαιωθούν στη συνέχεια…
Θήραμα είμαι! Τί θα κάνω? Θεός οίδε.
Τί θα γίνει? “Ότι είναι να γίνει, θα γίνει”, όπως έλεγα πάντα… Κι ότι δεν είναι να γίνει, δεν θα γίνει…
“Αν είναι νά’ ρθει θε να ‘ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει”, όπως έλεγε ο πατέρας μου…
Μα δεν είμαι άνθρωπος πιά… Δεν μυρίζω σαν άνθρωπος, δεν ζω σαν άνθρωπος, δεν κοιμάμαι σαν άνθρωπος, δεν ονειρεύομαι σαν άνθρωπος, δεν ζω με ανθρώπους, δεν μιλώ με ανθρώπους, δεν περπατώ με ανθρώπους…
Θήραμα είμαι… Ζώο είμαι που μυρίζω θάνατο…Καθώς σήμερα έκλαιγα πάνω από το άψυχο σώμα ενός αγαπημένου μου ζώου… Καθώς κρατούσα τα ουρλιαχτά μου και φυλάκιζα τον πόνο μου… Καθώς γι’ άλλη μιά φορά καταριόμουν… Καθώς γι άλλη μιά φορά έπρεπε ν’ αντέξω το απίστευτο βάρος μιάς ακόμη ημέρας… Είπα:
“Φταίω”! Φταίω! Φταίω! Φταίω που σκέφτομαι ακόμη ανθρώπινα… Φταίω που έχω ακόμη πίστη στους ανθρώπους… Στους Νόμους! Στην Δικαιοσύνη! Φταίω που πάντα ήμουν ειλικρινής… Φταίω που άφησα υπάνθρωπους να ελέγξουν την ζωή μου… Φταίω που είμαι ακόμη ευγενής… Φταίω που πήγα ν’ αντιμετωπίσω Σατανάδες με τον Σταυρό στο χέρι… Φταιω… ΦΤΑΙΩ!!! ΦΤΑΙΩ!!!!
Αν πεθάνω, απ’ όποια αιτία κι αν είναι, δεν θα είναι τυχαίο… Μα αν ζήσω, ποτέ μα ποτέ, δεν θα είμαι πιά η ίδια… Ποτέ πιά ξανά κανείς δεν θα μπορέσει να ελέγξει τη ζωή μου… Δεν θα τον αφήσω… Δεν θα χαριστώ ποτέ πιά ξανά… Γιατί ξέρω πιά τι θα πει να είσαι θήραμα… Ξέρω πιά τι θα πει να είσαι ζώο…
Και τ΄ανθρώπινα, φαινομενικά γιά άλλους, ουσιαστικά γιά μένα μέχρι πρό τινος, θα τα κάνω πέρα…